διαναγκάζω

διᾰναγκ-άζω,
A drill, train, Pl.Lg.836a ([voice] Pass.); reduce dislocation, Hp.Mochl.38; δ. πόρους force open the pores, Id.Vict.2.64:—[voice] Pass., to be dilated, Id.Fist.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαναγκάζω — (Α) 1. ασκώ πίεση ή εφαρμόζω βία, εξαναγκάζω 2. (για εξαρθρωμένα μέλη) επαναφέρω στη θέση τους, ενεργώ ανάταξη 3. παθ. διαναγκάζομαι διαστέλλομαι …   Dictionary of Greek

  • διαναγκάζῃ — διαναγκάζω drill pres subj mp 2nd sg διαναγκάζω drill pres ind mp 2nd sg διαναγκάζω drill pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγκάζει — διαναγκάζω drill pres ind mp 2nd sg διαναγκάζω drill pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγκαζομένη — διαναγκάζω drill pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγκαζομένου — διαναγκάζω drill pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγκαζόμενος — διαναγκάζω drill pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγκάζειν — διαναγκάζω drill pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγκάζεσθαι — διαναγκάζω drill pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγκάζηται — διαναγκάζω drill pres subj mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγκάζονται — διαναγκάζω drill pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαναγκάσῃς — διαναγκάζω drill aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.